Τα μεσάνυχτα της 31ης Δεκεμβρίου 1992, η Τσεχοσλοβακία έπαψε να υπάρχει, ενώ στην Πράγα και την Μπρατισλάβα άνοιγαν σαμπάνιες. Λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα νοτιότερα, το Σεράγεβο ζούσε ήδη τον ένατο μήνα της πολιορκίας του. Δύο κράτη που δημιουργήθηκαν το 1918 και αργότερα έγιναν κομμουνιστικές ομοσπονδίες διαλύονταν σχεδόν ταυτόχρονα, αλλά με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Η εξήγηση δεν βρίσκεται στον «χαρακτήρα» των λαών, αλλά σε πέντε κρίσιμους παράγοντες: τον χάρτη, τον στρατό, τη μνήμη, την οικονομία και τις ηγεσίες.
Ένα παλιό σύνορο και ένα μωσαϊκό πληθυσμών
Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις τσεχικές περιοχές και τη Σλοβακία ακολουθούσε ένα σύνορο περίπου εννέα αιώνων. Οι περισσότεροι Τσέχοι ζούσαν στη μία πλευρά και οι περισσότεροι Σλοβάκοι στην άλλη. Αντίθετα, στη Γιουγκοσλαβία, αιώνες συγκρούσεων και μετακινήσεων ανάμεσα στην Οθωμανική και την Αυτοκρατορία των Αψβούργων είχαν δημιουργήσει ένα πληθυσμιακό μωσαϊκό. Σερβικά, κροατικά και μουσουλμανικά χωριά βρίσκονταν συχνά στην ίδια κοιλάδα. Έτσι, ο διαχωρισμός των εδαφών σήμαινε και σύγκρουση για το ποιος θα ζούσε πού.
Η σκοτεινή πλευρά της καθαρής γραμμής
Η σχετικά ξεκάθαρη πληθυσμιακή εικόνα της Τσεχοσλοβακίας δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα μακράς ιστορίας. Μετά το 1945, σχεδόν τρία εκατομμύρια Γερμανοί εκδιώχθηκαν από τη χώρα. Σύμφωνα με κοινή επιτροπή Τσέχων και Γερμανών ιστορικών, περίπου 15.000 έως 30.000 πέθαναν στη διαδικασία. Η ειρηνική διάλυση του 1992, επομένως, δεν πρέπει να κρύβει ότι είχε προηγηθεί μια βίαιη απομάκρυνση της μεγαλύτερης μειονότητας.
Οι μνήμες που μπορούσαν να γίνουν όπλο
Τσέχοι και Σλοβάκοι είχαν σοβαρές διαφωνίες για την εξουσία και την αυτονομία, αλλά δεν κουβαλούσαν μια ιστορία αμοιβαίων μαζικών σφαγών. Είχαν επίσης την κοινή εμπειρία της Σλοβακικής Εθνικής Εξέγερσης του 1944 κατά των Γερμανών. Στη Γιουγκοσλαβία, αντίθετα, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος άφησε βαθιά τραύματα: τα εγκλήματα των Ουστάσι, οι σφαγές των Τσέτνικ και τα αντίποινα των παρτιζάνων παρέμεναν οικογενειακές μνήμες. Η «αδελφοσύνη και ενότητα» του Tito δεν τις εξαφάνισε. Οι εθνικιστές μπορούσαν εύκολα να παρουσιάσουν τον γείτονα ως μελλοντικό θύτη.
Η οικονομική κρίση ενίσχυσε τον φόβο
Μετά τον θάνατο του Tito το 1980, η Γιουγκοσλαβία βρέθηκε αντιμέτωπη με χρέη, ελλείψεις και εκρηκτικές αυξήσεις τιμών. Το 1989, ο ετήσιος πληθωρισμός ξεπερνούσε το 1.000%. Οι πλουσιότερες δημοκρατίες δυσανασχετούσαν με τις μεταβιβάσεις προς τις φτωχότερες, ενώ εκείνες αισθάνονταν αδικημένες. Οικονομικές διαφορές υπήρχαν και στην Τσεχοσλοβακία: η Σλοβακία αντιμετώπιζε πολύ μεγαλύτερη ανεργία και αντιδρούσε στις γρήγορες μεταρρυθμίσεις. Όμως, στη Γιουγκοσλαβία, η παρατεταμένη κατάρρευση έδινε στον εθνικισμό ισχυρότερο έδαφος.
Ποιος κρατούσε τα όπλα
Στην Τσεχοσλοβακία, ο στρατός και ο εξοπλισμός μοιράστηκαν περίπου σε αναλογία δύο προς ένα, σύμφωνα με τον πληθυσμό. Στη Γιουγκοσλαβία, ο ομοσπονδιακός στρατός είχε ήδη αφαιρέσει μεγάλο μέρος του οπλισμού των τοπικών δυνάμεων άμυνας και σταδιακά συντάχθηκε με τη σερβική πλευρά. Η διαφορά ήταν καθοριστική: στη μία περίπτωση ο στρατός αποτέλεσε αντικείμενο συμφωνίας, στην άλλη εργαλείο εδαφικών διεκδικήσεων.
Η Σλοβενία δείχνει τη σημασία του χάρτη
Η αποχώρηση της Σλοβενίας το 1991 προκάλεσε πόλεμο μόλις δέκα ημερών. Οι Σέρβοι αποτελούσαν περίπου το 2,5% του πληθυσμού της και δεν κατοικούσαν σε μια συμπαγή περιοχή που θα διεκδικούσε το Βελιγράδι. Στην Κροατία, αντίθετα, ήταν περίπου 12%, με ολόκληρες περιοχές σερβικής πλειονότητας. Στη Βοσνία, η ανάμειξη ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Εκεί, η προσπάθεια ελέγχου εδαφών συνδέθηκε με εκτοπισμούς, πολιορκίες και σφαγές, με περίπου 100.000 νεκρούς μόνο στον πόλεμο της Βοσνίας.
Η απόφαση των ηγετών και η απουσία δημοψηφίσματος
Οι Václav Klaus και Vladimír Mečiar διαφωνούσαν για την οικονομία και τη μορφή της ομοσπονδίας, αλλά κανένας δεν διεκδικούσε εδάφη του άλλου. Συμφώνησαν στον χωρισμό χωρίς δημοψήφισμα, παρότι περίπου οκτώ στους δέκα πολίτες ήθελαν να ερωτηθούν. Αντίθετα, οι επιδιώξεις του Slobodan Milošević για τους Σέρβους εκτός Σερβίας και οι εθνικιστικές επιλογές του Franjo Tuđman συνέδεσαν τη διάλυση με τον έλεγχο πληθυσμών και εδαφών. Το τσεχοσλοβακικό «βελούδινο διαζύγιο» δεν ήταν αναμφισβήτητο δημοκρατικά, αλλά απέφυγε την αιματοχυσία.
Ο πόλεμος δεν ήταν αναπόφευκτος
Το 2006, το Μαυροβούνιο αποχώρησε από την ένωσή του με τη Σερβία με δημοψήφισμα και χωρίς πυροβολισμούς. Υπήρχαν συμφωνημένοι κανόνες, σαφή σύνορα και αποδοχή του αποτελέσματος. Η περίπτωση αυτή δείχνει ότι ούτε τα Βαλκάνια ήταν καταδικασμένα στον πόλεμο ούτε η ειρήνη ήταν ζήτημα εθνικής ιδιοσυγκρασίας. Οι συνθήκες και οι πολιτικές αποφάσεις έκαναν τη διαφορά.
Μια ιστορία που αξίζει να συζητήσουμε
Γνωρίζατε αυτές τις διαφορές; Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, μπορείτε να το μοιραστείτε και να περιηγηθείτε στην ιστοσελίδα για περισσότερα σχετικά θέματα.



