Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Ο Δον Πατσίφικο και τα Χρυσά Κρεβάτια του Ψυρρή: Πώς ένα «Καμένο» Έθιμο Γέννησε ένα Διπλωματικό Τσίρκο. Η «Υπόθεση Πατσίφικο»

Αν αναζητά κανείς την απόλυτη επιτομή της γεωπολιτικής ιλαροτραγωδίας, δεν χρειάζεται να ψάξει στα εγχειρίδια της σύγχρονης διπλωματίας. Αρκεί να γυρίσει το ρολόι στο σωτήριον έτος 1847, στην Αθήνα της «Μεγάλης Ιδέας» και των άδειων ταμείων, για να παρακολουθήσει την παράσταση της «Υπόθεσης Πατσίφικο». Ένα μοναδικό ιστορικό δράμα όπου ένας Πορτογαλοεβραίος τυχοδιώκτης, μια ανίκανη ελληνική κυβέρνηση και η πιο αλαζονική αυτοκρατορία του πλανήτη συνεργάστηκαν άθελά τους για να αποδείξουν ότι η ανθρώπινη βλακεία και η απληστία δεν έχουν σύνορα.

Πράξη Πρώτη: Ο «διωκόμενος» εκατομμυριούχος του Ψυρρή
Ας συστηθούμε πρώτα με τον πρωταγωνιστή μας, τον Δαβίδ (Δον) Πατσίφικο. Έναν άνθρωπο που, αν ζούσε σήμερα, θα πουλούσε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου σε τουρίστες στην Ερμού. Αφού κατάφερε να απολυθεί από πρόξενος της Πορτογαλίας στην Αθήνα λόγω οικονομικών «ατασθαλιών» –κοινώς, επειδή του άρεσε να μπερδεύει την τσέπη του με το κρατικό ταμείο–, εγκαταστάθηκε στου Ψυρρή. Το μεγάλο του πλεονέκτημα; Είχε γεννηθεί στο Γιβραλτάρ, πράγμα που τον καθιστούσε Βρετανό υπήκοο. Μια ιδιότητα που τότε λειτουργούσε ως «κάρτα ελευθέρας» για κάθε είδους διεθνή απατεωνιά.
Το Πάσχα του 1847, η ελληνική κυβέρνηση, σε μια σπάνια κρίση αστικής ευγένειας, αποφάσισε να απαγορεύσει το παραδοσιακό κάψιμο του Ιούδα, για να μην προσβληθεί ο υψηλός προσκεκλημένος βαρώνος Ρότσιλντ. Οι Αθηναίοι, σοκαρισμένοι που τους στερούσαν το αγαπημένο τους χριστιανικό πυροτέχνημα, αποφάσισαν να εκτονώσουν την ευσεβή τους οργή στο σπίτι του Πατσίφικο. Το πλήθος όρμησε, έσπασε, λεηλάτησε και αποχώρησε ικανοποιημένο.
Εδώ, όμως, αρχίζει το θαύμα της μεταστοιχείωσης των υλικών αγαθών. Ο Πατσίφικο, αντί να ζητήσει μερικές δραχμές για τις σπασμένες καρέκλες και τα φτηνά του πιατικά, ανακάλυψε ξαφνικά ότι το σπίτι του στου Ψυρρή δεν ήταν μια απλή κατοικία, αλλά το παλάτι των Βερσαλλιών σε μικρογραφία. Στις λίστες των αποζημιώσεων που κατέθεσε, μετέτρεψε τα ταπεινά του έπιπλα σε χρυσοποίκιλτα κρεβάτια, τους καθρέφτες του σε κρύσταλλα Μουράνο και –το καλύτερο όλων– ισχυρίστηκε ότι κάηκαν «μοναδικά έγγραφα» που αποδείκνυαν ότι το πορτογαλικό κράτος του χρωστούσε εκατομμύρια. Ο άνθρωπος ζητούσε 886.730 δραχμές. Για να καταλάβουμε το μέγεθος της απάτης, το ποσό αυτό ήταν σχεδόν το ένα τρίτο των συνολικών ετήσιων εσόδων του ελληνικού κράτους! Ένας καναπές στου Ψυρρή κοστολογήθηκε ακριβότερα από τη συντήρηση του ελληνικού στρατού.

Πράξη Δεύτερη: Η Ελληνική Κυβέρνηση ή «Πώς να κρυφτείς πίσω από το δάχτυλό σου»
Πώς αντέδρασε το νεοσύστατο ελληνικό βασίλειο σε αυτή την εξωφρενική πρόκληση; Με τη συνήθη, διαχρονική του μέθοδο: παριστάνοντας την ψόφια κορινθιακή σταφίδα. Η κυβέρνηση, υπό την υψηλή εποπτεία του βασιλιά Όθωνα –ενός ανθρώπου που φορούσε φουστανέλα αλλά σκεφτόταν με τη γραφειοκρατική ταχύτητα Βαυαρού δημόσιου υπαλλήλου–, αποφάσισε απλώς να αγνοήσει το θέμα.
Αντί οι ελληνικές αρχές να κάνουν μια σοβαρή έρευνα, να αποτιμήσουν τις πραγματικές ζημιές (που δεν ξεπερνούσαν τις λίγες χιλιάδες δραχμές) και να κλείσουν το ζήτημα, προτίμησαν να κλειστούν στα γραφεία τους και να ελπίζουν ότι ο Πατσίφικο και οι Βρετανοί θα βαριούνταν και θα έφευγαν. Η ελληνική διπλωματία της εποχής βασιζόταν στο δόγμα «δεν ξέρω, δεν είδα, φταίνε οι ξένοι». Όταν οι Βρετανοί έστελναν τελεσίγραφα, η Αθήνα απαντούσε με ποιητικές αναφορές στο ένδοξο παρελθόν των αρχαίων προγόνων, λες και ο Περικλής θα πλήρωνε τα σπασμένα έπιπλα του Πορτογάλου. Η απόλυτη ανικανότητα να διαγνωστεί ο κίνδυνος οδήγησε τη χώρα, για πολλοστή φορά, με μαθηματική ακρίβεια στον γκρεμό.

Πράξη Τρίτη: Λόρδος Πάλμερστον και το «Bullying» της Αυτοκρατορίας
Και κάπου εδώ μπαίνει στην πίστα ο μεγάλος νταής της εποχής: η Μεγάλη Βρετανία. Ο Υπουργός Εξωτερικών, Λόρδος Πάλμερστον, ένας πολιτικός που έβλεπε τον πλανήτη σαν προσωπικό του οικόπεδο, έτριβε τα χέρια του από χαρά. Φυσικά, δεν έδινε δεκάρα για τον Πατσίφικο και τα δήθεν χρυσά του κρεβάτια. Αυτό που τον ενδιέφερε ήταν να δείξει στον Όθωνα {ποιος είναι το αφεντικό}, καθώς ο Έλληνας βασιλιάς είχε την κακή συνήθεια να κάνει τα γλυκά μάτια στη Ρωσία και τη Γαλλία.
Η βρετανική αντίδραση ήταν το απόλυτο μνημείο δυσανάλογης βίας. Τον Ιανουάριο του 1850, ο ναύαρχος Ουίλιαμ Πάρκερ κατέφθασε στον Πειραιά όχι με ένα, όχι με δύο, αλλά με έναν ολόκληρο στόλο από πολεμικά πλοία. Το πρόσχημα; Να υπερασπιστεί τα ιερά δικαιώματα του Βρετανού υπηκόου Πατσίφικο!
Είναι πραγματικά να απορεί κανείς με το μεγαλείο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας: επιστράτευσε τη γραμμή μάχης που είχε νικήσει τον Ναπολέοντα για να εισπράξει τα χρέη ενός τυχοδιώκτη από τις λάσπες του Ψυρρή. Ο Πάρκερ κήρυξε ναυτικό αποκλεισμό, κατέσχεσε ελληνικά εμπορικά πλοία, διέλυσε το εγχώριο εμπόριο και βύθισε τη χώρα στην πείνα. Ο Πάλμερστον, μάλιστα, έβγαλε και έναν μνημειώδη λόγο στη Βουλή των Κοινοτήτων, το περίφημο «Civis Romanus sum» («Είμαι Ρωμαίος πολίτης»), ισχυριζόμενος ότι όπως η Αρχαία Ρώμη προστάτευε τους πολίτες της όπου κι αν βρίσκονταν, έτσι και η Βρετανία θα κουνούσε τα κανόνια της αν κάποιος πείραζε έστω και μια τρίχα από τα μαλλιά ενός Βρετανού. Το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος «Ρωμαίος πολίτης» ήταν ένας κοινός απατεώνας που προσπαθούσε να ληστέψει ένα χρεοκοπημένο κράτος, ήταν μια ασήμαντη λεπτομέρεια για το βρετανικό φλέγμα.

Η Κάθαρση: Ένας Λογαριασμός για Γέλια και για Κλάματα
Όπως κάθε καλό τσίρκο, έτσι κι αυτό έπρεπε να τελειώσει όταν οι θεατές άρχισαν να δυσανασχετούν. Η Γαλλία και η Ρωσία, βλέποντας την Αγγλία να κάνει τον σερίφη στη Μεσόγειο, άρχισαν να γρυλίζουν απειλητικά. Ο Πάλμερστον, καταλαβαίνοντας ότι δεν μπορεί να ξεκινήσει παγκόσμιο πόλεμο για τα κομοδίνα του Πατσίφικο, αποφάσισε να μαζέψει τα πλοία του.
Στήθηκε λοιπόν μια διεθνής επιτροπή για να εξετάσει τις «τεράστιες» ζημιές. Το αποτέλεσμα; Οι Άγγλοι και οι Έλληνες αξιωματούχοι κάθισαν πάνω από τα τιμολόγια του Πατσίφικο και ανακάλυψαν το προφανές: ότι ο άνθρωπος είχε εφεύρει μια εικονική πραγματικότητα. Αντί για τις 886.000 δραχμές, η Ελλάδα αναγκάστηκε τελικά να πληρώσει περίπου 150.000 δραχμές – ένα ποσό που και πάλι ήταν υπερβολικό για τα σπασμένα μιας ημέρας, αλλά τουλάχιστον έσωσε τα προσχήματα.
Η Υπόθεση Πατσίφικο έληξε, αφήνοντας πίσω της μια Ελλάδα οικονομικά ρημαγμένη από τον αποκλεισμό, αλλά με το εθνικό της φιλότιμο «τραυματισμένο» (αν και οι πολίτες, παραδόξως, συσπειρώθηκαν γύρω από τον Όθωνα, αποδεικνύοντας ότι τίποτα δεν ενώνει τους Έλληνες περισσότερο από έναν ξένο νταή). Η Μεγάλη Βρετανία απέδειξε ότι η εξωτερική της πολιτική είχε το ηθικό βάθος ενός πειρατικού καραβιού, και ο Δον Πατσίφικο αποχώρησε για το Λονδίνο με τις τσέπες γεμάτες ελληνικό ασήμι, γελώντας πιθανότατα μέχρι δακρύων με την αφέλεια των τριών κρατών που ασχολήθηκαν μαζί του.
Αν υπάρχει ένα μάθημα από αυτή την ιστορία, είναι ότι στη διεθνή σκηνή δεν χρειάζεται να έχεις δίκιο, στρατό ή διπλωματική ευφυΐα. Μερικές φορές, το μόνο που χρειάζεσαι είναι θράσος χιλίων πιθήκων, μερικές σπασμένες καρέκλες και έναν φίλο με πολλά κανόνια.

Γνωρίζατε για την υπόθεση Πατσίφικο; Αν όχι, μη διστάσετε να τη μοιραστείτε και με άλλους!