Από τη βοσκή στον Ψηλορείτη μέχρι τις ένοπλες ληστείες στη Νέα Υόρκη, η ζωή του Πολύδωρου Σωπασή ακολούθησε μια διαδρομή γεμάτη βία, φυλακές και χαμένες ευκαιρίες. Σήμερα, στα εβδομήντα του, κοιτάζει πίσω με την επιθυμία να είχε επιλέξει διαφορετικά. Η προσωπική του αφήγηση δεν περιγράφει απλώς την αναζήτηση του εύκολου χρήματος. Αναδεικνύει και το βαρύ τίμημα της παρανομίας, που συνεχίζεται πολύ μετά την πρώτη καταδίκη.
Τα δύσκολα παιδικά χρόνια στον Ψηλορείτη
Ο Σωπασής μεγάλωσε στον ορεινό Μυλοπόταμο, στην περιοχή ανάμεσα στον Ψηλορείτη και τα Λιβάδια. Η καθημερινότητά του περιλάμβανε πρόβατα, άρμεγμα και τυροκόμηση, μέσα σε συνθήκες φτώχειας και στερήσεων. Περιγράφει παιδιά σκληραγωγημένα, με ελάχιστη επαφή με το σχολείο και εξοικείωση με τα όπλα από μικρή ηλικία. Στα δεκαέξι του έφυγε ως ναυτικός, ακολουθώντας τον δρόμο πολλών συγχωριανών του που αναζητούσαν μια καλύτερη ζωή μακριά από την Κρήτη.
Η Νέα Υόρκη και η πρώτη μεγάλη ληστεία
Στη Νέα Υόρκη, όπου βρισκόταν ήδη ο αδελφός του, εργάστηκε σε εστιατόρια, πιτσαρία και κατασκευές. Όμως απομακρύνθηκε από την επίβλεψη του αδελφού του και στράφηκε στην παρανομία. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ιδέα για τις ληστείες ήταν δική του και την πρότεινε σε Πορτορικανούς συναδέλφους του. Η πρώτη μεγάλη λεία ήρθε από τράπεζα: τρεις οπλισμένοι νεαροί πήραν ποσό που ο ίδιος υπολογίζει σε περίπου σαράντα εκατομμύρια δραχμές της εποχής. Τα χρήματα ξοδεύτηκαν και ακολούθησαν νέες ληστείες.
Ο τραυματισμός που άφησε μόνιμες συνέπειες
Σε ληστεία σούπερ μάρκετ, ένας άνδρας κλείδωσε την πόρτα και αρνήθηκε να ανοίξει. Ο Σωπασής παραδέχεται ότι πυροβόλησε, τραυματίζοντάς τον στο κεφάλι. Ο άνθρωπος επέζησε, αλλά έχασε την όραση από το ένα μάτι. Η λεία, αντίθετα, ήταν μικρή. Ο ίδιος δηλώνει ότι έχει μετανιώσει και πως σήμερα δεν θα τραυμάτιζε άνθρωπο για χρήματα. Το περιστατικό αποτυπώνει τη δυσανάλογη ζημιά που μπορεί να προκαλέσει μια απόφαση: τα χρήματα χάνονται, ενώ οι συνέπειες για το θύμα παραμένουν.
Το χρέος που τον έφερε κοντά στη μαφία
Η εμπλοκή του με την ιταλική μαφία, όπως την περιγράφει, ξεκίνησε από χρήματα για εγγύηση, όταν κρατήθηκε από τις μεταναστευτικές αρχές και κινδύνευε με απέλαση. Το ποσό εξασφαλίστηκε μέσω γνωστού του, με υποχρέωση εβδομαδιαίων πληρωμών τόκου. Αργότερα του ζητήθηκε να πυροβολήσει ένα κατάστημα στο Μανχάταν για να διαγραφεί το χρέος. Υποστηρίζει ότι το έκανε. Στη δική του περίπτωση, η οικονομική εξάρτηση μετατράπηκε σε νέα δέσμευση απέναντι στην παρανομία.
Εννέα χρόνια στις αμερικανικές φυλακές
Ακολούθησαν καταδίκες για ληστείες και απόπειρες ανθρωποκτονίας, αν και ο ίδιος αρνείται ότι είχε διαπράξει μία από τις πράξεις που του αποδόθηκαν. Αναφέρει ότι έμεινε εννέα χρόνια στη φυλακή, έξι από αυτά συνολικά σε απομόνωση. Περιγράφει συμμορίες, μαχαιρώματα και συνεχείς συγκρούσεις, στις οποίες συμμετείχε και ο ίδιος. Ένας θάνατος, όμως, τον σημάδεψε διαφορετικά: ένας νεαρός Ιταλός φίλος του βρέθηκε νεκρός από ηρωίνη. Συνδέει αυτή την εμπειρία με την απόφασή του να μην κάνει χρήση ναρκωτικών, παρότι παραδέχεται ότι πουλούσε μέσα στη φυλακή.
Η επιστροφή στην Ελλάδα δεν έφερε αμέσως αλλαγή
Μετά την αποφυλάκιση απελάθηκε στην Ελλάδα, αλλά η επιστροφή δεν σήμανε και απομάκρυνση από την παρανομία. Κατά τη στρατιωτική του θητεία βρέθηκε σε στρατιωτικές φυλακές για παράνομα όπλα και χειροβομβίδες. Αργότερα ασχολήθηκε με νυχτερινά καταστήματα και αντιμετώπισε νέες ποινικές υποθέσεις. Αναφέρει συνολικά δεκαέξι χρόνια φυλάκισης στην Ελλάδα. Η δική του αποτίμηση είναι σαφής: η φυλακή δεν τον σωφρόνισε, αλλά τον έκανε χειρότερο. Ως βασικό κίνητρο αναγνωρίζει το εύκολο χρήμα, όχι την αναζήτηση έντασης.
Η μεταμέλεια και τα όριά της
Η σημερινή του στάση έχει αντιφάσεις. Μετανιώνει για τις επιλογές του και προειδοποιεί τους νεότερους να μην ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο. Παράλληλα, δηλώνει ότι θα χρησιμοποιούσε ξανά όπλο αν κάποιος πείραζε την οικογένεια ή το σπίτι του. Ξεχωρίζει, πάντως, αυτή την περίπτωση από μια απλή προσβολή, την οποία πλέον μπορεί να αφήσει πίσω του. Η μεταμέλεια συνυπάρχει έτσι με αντιλήψεις για την τιμή και την ανταπόδοση που δεν έχει εγκαταλείψει.
Μια προειδοποίηση αντί για ιστορία επιτυχίας
Στο βιβλίο του, «Ο νόμος των παρανόμων», θέλει κυρίως να δείξει στους νέους τι μπορεί να τους περιμένει. Περιγράφει χρόνια εγκλεισμού, δικαστήρια και χρήματα που χάθηκαν σε δικηγόρους, χωρίς ουσιαστικό κέρδος. Σήμερα ασχολείται με δύο βίλες στο Μπαλί της Κρήτης και επιθυμεί ήρεμα γηρατειά. Ως μεγάλες χαρές ξεχωρίζει τα πέντε εγγόνια του. Το συμπέρασμά του παραμένει απλό: το εύκολο χρήμα δεν του χάρισε την καλύτερη ζωή που αναζητούσε.
Μια ιστορία για σκέψη Γνωρίζατε αυτή τη διαδρομή; Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, μπορείτε να το μοιραστείτε και να αναζητήσετε στον ιστότοπό μας περισσότερες σχετικές ιστορίες.



