Ο Τσαρλς Γκίτο (Charles J. Guiteau) πέρασε στην ιστορία ως ο δολοφόνος του Προέδρου Γκάρφιλντ, όμως στην πραγματικότητα ήταν μια βαθιά διαταραγμένη προσωπικότητα, ένας άνθρωπος που κινούνταν μεταξύ της ψυχικής νόσου και της εγκληματικής μεγαλομανίας. Γεννημένος το 1841 στο Ιλινόι, ο Γκίτο έζησε μια ζωή γεμάτη αποτυχίες, απορρίψεις και παρανοϊκές ψευδαισθήσεις. Προσπάθησε να γίνει δικηγόρος, θεολόγος, ακόμα και ηγέτης μιας ουτοπικής θρησκευτικής κοινότητας, αλλά αποτύγχανε παταγωδώς σε κάθε του βήμα, αφήνοντας πίσω του χρέη και απλήρωτους λογαριασμούς.
Το 1880, η ψυχική του κατάσταση επιδεινώθηκε. Συνέγραψε έναν ασυνάρτητο πολιτικό λόγο, τον οποίο μετονόμασε σε «Ο Γκάρφιλντ εναντίον Χάνκοκ», πιστεύοντας ότι αυτό το κείμενο θα έκρινε το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών. Όταν ο Γκάρφιλντ κέρδισε, ο Γκίτο ανέπτυξε την ακλόνητη έμμονη ιδέα ότι η νίκη οφειλόταν αποκλειστικά στη δική του συνεισφορά. Εγκαταστάθηκε στην Ουάσινγκτον και άρχισε να κατακλύζει τον Λευκό Οίκο και το Υπουργείο Εξωτερικών με αιτήματα, απαιτώντας να διοριστεί πρόξενος στο Παρίσι.
Μετά από δεκάδες απορρίψεις, ο Υπουργός Εξωτερικών Τζέιμς Μπλέιν του απαγόρευσε την είσοδο, λέγοντάς του να μην ξαναπατήσει ποτέ. Τότε, ο Γκίτο υπέστη μια θρησκευτική παραίσθηση: πίστεψε ότι ο Θεός τον διέταξε να «απομακρύνει» τον Πρόεδρο. Κατά την παράλογη λογική του, ο θάνατος του Γκάρφιλντ θα ένωνε το διχασμένο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και η νέα κυβέρνηση, υπό τον Αντιπρόεδρο Τσέστερ Άρθουρ, θα τον ευγνωμονούσε, παραχωρώντας του επιτέλους το αξίωμα που ποθούσε.
Η προετοιμασία του για το έγκλημα ήταν εξίσου αλλόκοτη με τα κίνητρά του. Αγόρασε ένα ακριβό περίστροφο με λαβή από ελεφαντόδοντο, επειδή πίστευε ότι θα έδειχνε όμορφο ως έκθεμα σε μουσείο μετά τη δολοφονία. Στις 2 Ιουλίου 1881, παραμόνευσε στον σιδηροδρομικό σταθμό της Ουάσινγκτον και πυροβόλησε τον Γκάρφιλντ πισώπλατα.
Η συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της δίκης του σόκαρε την κοινή γνώμη. Έβριζε τους δικηγόρους του, μετέτρεπε την απολογία του σε επικά ποιήματα, τραγουδούσε στο εδώλιο και σχεδίαζε να θέσει υποψηφιότητα για Πρόεδρος στις επόμενες εκλογές. Παρά την εμφανή ψυχική του ασθένεια, το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο και καταδικάστηκε σε θάνατο. Οδηγήθηκε στην αγχόνη τον Ιούνιο του 1882, αφήνοντας πίσω του το όνομα ενός από τους πιο διαβόητους και παρανοϊκούς δολοφόνους της αμερικανικής ιστορίας.
